αρχική σελίδα
Κυριακή, 12 Ιουλίου 2020
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ I www.serreschamber.gr I ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ I SITE MAP I ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΥΝΘΕΤΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ - ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΑ
ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ - ΧΩΡΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ
ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ
ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ - ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ
ΜΟΥΣΕΙΑ
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
ΛΟΙΠΑ





 
Δ. ΑΧΙΝΟΥ
ΓΕΝΙΚΑ| ΙΣΤΟΡΙΑ| ΧΑΡΤΕΣ| ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ| ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ| ΗΘΗ/ΕΘΙΜΑ| ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ - ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΑ| ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ - ΧΩΡΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ| ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ| ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ - ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ| ΜΟΥΣΕΙΑ| ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ| ΛΟΙΠΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Αχινός απέχει από τη Νιγρίτα 18 χλμ., από τις Σέρρες 40 χλμ. και από τη Θεσσαλονίκη 110 χλμ. Στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το χωριό ήταν οι παρυφές της «Κερκινίτιδας» λίμνης, που ονομαζόταν αλλιώς και «Λίμνη του Αχινού», επειδή στα νερά της υπήρχαν πλήθος αχινοί. Από αυτή τη λίμνη πήρε και το χωριό το όνομα «Αχινός». Αναφέρεται το όνομα Αχινός ή Ταχινός σε διάφορα χειρόγραφα της Μονής Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους, η οποία είχε εκεί κοντά ένα ναΐδριο αφιερωμένο στην Αγία Άννα. Η ιστορική παράδοση αναφέρει ότι υπήρχαν στο χωριό διάφορα μετόχια της Μονής Εικοσιφοινίσσας και των Μονών Κουτλουμουσίου και Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.

Ο πρώτος οικισμός δημιουργήθηκε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το χωριό όταν μερικοί ψαράδες από την ευρύτερη περιοχή έκτισαν εκεί καλύβες προκειμένου να βρίσκουν καταφύγιο σ' αυτές όταν ψαρεύουν. Έτσι άρχισε σιγά σιγά να κτίζεται το χωριό, στην επέκταση του οποίου συνετέλεσε αποφασιστικά η αποξήρανση της λίμνης (1932-1934). Ο πυθμένας της λίμνης αποτελεί τώρα πια μέρος του κάμπου της περιοχής και μάλιστα πολύ εύφορο, που οι κάτοικοι αποκαλούν «Βαλτά».

Μεγάλη έκταση της πεδινής περιοχής του δήμου αντιστοιχεί στην πρώην λίμνη Αχινού. Με τα αποστραγγιστικά έργα που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή το 1935, δημιουργήθηκε η τεχνητή κοίτη του Στρυμόνα. Κατά την αρχαιότητα η Κερκινίτης λίμνη Αχινού υπήρξε ο ναυπηγικός χώρος του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς επικοινωνούσε με τη θάλασσα της αρχαίας Αμφίπολης μέσω του Στρυμόνα.

Από τον Αχινό πέρασε ο καταδιωκόμενος από τους Τούρκος στα 1807 ο περίφημος επαναστάτης και διάσημος κλέφτης Νικοτσάρας.

Στην κοινότητα της ημιορεινής Δάφνης, 35χλμ. νοτιοανατολικά από την πόλη των Σερρών, υπάρχει η τοποθεσία Νερού Μάνα όπου αναβλύζουν πηγές. Επίσης, σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκεται το σπήλαιο της Αγίας Μαρίνας με τοιχογραφίες που ζωγράφισαν κάτοικοι της Δάφνης την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Βυζαντινός πύργος Δάφνης ή Πύργος της Μάρως
Στο σημερινό χωριό Δάφνη, 35χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης των Σερρών, σώζεται πύργος της βυζαντινής πόλης Εζεβαί, υπόλειμμα του κάστρου της, που είναι γνωστός με το όνομα "ο πύργος της Μάρως".

ΔΑΦΝΗ Το χωριό αυτό καλύπτει μια σημαντική πτυχή της βυζαντινής ιστορίας των Σερρών. Τη βυζαντινή εποχή δρα στο ιστορικό προσκήνιο με την ονομασία ΕΖΕΒΑΙ. Από τις μαρτυρίες που έχουμε στη διάθεση μας φαίνεται ότι η Έζιοβα αποτελούσε το κέντρο της περιοχής πριν αναπτυχθεί η Νιγρίτα και γίνει διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο. Στα πλαίσια αυτά υπήρχε επισκοπή Εζεβών που υπαγόταν στη Μητρόπολη Σερρών, και η εκκλησιαστική δράση και οι σχέσεις Μάλιστα, ο επίσκοπος Εζεβών Ιωαννίκιος (1290-1300 μ.Χ.) είναι ο πρώτος κτήτορας της ιστορικής Μονής Προδρόμου Σερρών, η οποία σώζεται ως τις μέρες μας.

Χίλια μονάχα μέτρα ανατολικά του χωριού αυτού σώζονται, στο άκρο ενός τραπεζοειδούς λόφου, τα ερείπια ενός αρχαίου πύργου, χτισμένου με ποταμολίθαρα και αμμοκονίαμα. Το ύψος των σωζόμενων τειχών του πύργου είναι 3 μ., το πάχος τους 2μ. και οι διαστάσεις του 8Χ11 μ. Φαίνεται ότι πάνω στον αρχαίο χτίστηκε βυζαντινός πύργος. Στον ίδιο λόφο ανευρίσκονται πολυάριθμα όστρακα αρχαίων αγγείων και χάλκινα νομίσματα διαφόρων εποχών και προελεύσεων. Επίσης από δω προέρχονται και διάφορα άλλα τυχαία ευρήματα, που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Καβάλας : μια σκύφος μελανόμορφη , ένα Lacrymatorium, τρία άλλα αγγεία και μια terra - cotta του Διονύσου γενειοφόρου, που κρατά έναν κάνθαρο. Απ' τα αρχαιολογικά ευρήματα φαίνεται ότι το αρχαίο πόλισμα που βρισκόταν στη θέση αυτή, διατηρήθηκε από τα θρακικά ως τα ρωμαϊκά χρόνια.

ΛΑΓΚΑΔΙ Η ιστορία του πρωτοεμφανίζεται γύρω στο 1713. Η ίδρυσή του σαν χωριό έγινε από τη συνένωση οικογενειών οι οποίες κατοικούσαν χαμηλότερα από την τοποθεσία την οποία βρίσκεται το χωριό Λαγκάδι. Συγκεκριμένα από τα παλαιότερα υποτυπώδη χωριά όπως Παλαιόχωρα κ.λ.π.

Η καταπίεση των Τούρκων ήταν η αιτία που ανάγκασε τους κατοίκους να καταφύγουν σε υψηλότερα σημεία ούτως ώστε από τη μια να αποφύγουν την άμεση επαφή με αυτούς και από την άλλη να συνεχίσουν το κύριο επάγγελμά τους που ήταν η κτηνοτροφία.

Συν το χρόνο επεκτάθηκε κατά ένα βαθμό και η γεωργία. Τα πρώτα χωράφια ήταν οι τοποθεσίες εκείνες στις οποίες είχαν οι κτηνοτρόφοι τα ζώα τους. Η διοίκηση του χωριού γινόταν από Τούρκο μπέη και κοτσάμπαση Έλληνα, ως πάρεδρος. Το όνομα του Τούρκου μπέη ήταν Σαΐτ μπέης. Όσο για την Έλληνα κοτσάμπαση το όνομά του παραμένει άγνωστο.

Η εκπαίδευση μέχρι και το 1928, δηλαδή γύρω στους 2 αιώνες ήταν υποτυπώδες για να μην πούμε μηδενική.

Κάποιος ιερέας συγκέντρωσε τους νέους στο σπίτι του ως επί το πλείστο και τους μάθαινε γράμματα του οκτωήχου και τους ψαλμούς.

ΣΙΤΟΧΩΡΙ Όσον αφορά την ιστορία του χωριού φαίνεται πως είναι αρκετά μεγάλη, αφού αναφέρεται σε γραπτή πηγή του 1569 με την προσωνυμία «Τσίντσα», που είναι συγγενής με το παλιό όνομα του χωριού «Τζίντζος». Ο Ν. Σβορώνος θεωρεί ότι το όνομα «Τζίντζος» είναι παραφθορά του ονόματος των Τυντηνών που απαντάται σε αρχαία νομίσματα Πολλοί από τους κατοίκους στην προσπάθεια να εξηγήσουν το όνομα του χωριού τους υποστηρίζουν πως προσδόθηκε σ' αυτό επειδή οι κάτοικοι του ήταν «τζίνιοι», δηλαδή ισχυροί, ατίθασοι και δεν ανεχόταν τους Τούρκους (και είναι όντως γεγονός ότι στο Σιτοχώρι, σε αντίθεση με τα γύρω απ' αυτό χωριά, δεν κατοίκησαν Τούρκοι). Υπάρχει ακόμη και η παράδοση ότι πριν τη δημιουργία του χωριού οι κάτοικοι της περιοχής (του Σιτοχωρίου, του Ζερβοχωρίου, του Χουμνικού και του Λαγκαδίου) επάνδρωναν έναν κοινό οικισμό που εκτεινόταν ως τα Ίβηρα και λεγόταν Παλαιοχώρα ή Μακρυχώρι (άποψη που φαίνεται να ασπάζεται και ο καθηγητής Μ. Ζαφειρίου).

Το σημερινό Σιτοχώρι που λεγόταν παλιά Τζίντζιος, δηλαδή παραλλαγή του αρχαίου ονόματος. Βρέθηκαν αρχαία νομίσματα με επιγραφή Τιντινοί. Λέγουν ότι το όνομα τους έχει σχέση με τους Τιτάνες των Θρακών και τους Πελαγόνες Παίονες που ήλθαν από την Κεντρική Μακεδονία.

Το όνομα Τζίντζος άλλαξε σε Σιτοχώρι, όταν οι κάτοικοι του επιδόθηκαν και στην καλλιέργεια του σιταριού, ενώ μέχρι τότε καλλιεργούσαν σχεδόν αποκλειστικά καπνό. Το γεγονός μάλιστα ότι προπολεμικά παραγόταν άφθονο σιτάρι στάθηκε ικανό να ονομαστεί το χωριό Σιτοχώρι.

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το Σιτοχώρι ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής με τους δύο χιλιάδες κατοίκους του που έκαναν το χωριό να σφύζει από ζωή. Μάλιστα αρκεί ν' αναφέρουμε ότι την εποχή εκείνη, παρ' όλες τις αντίξοες συνθήκες, κατάφεραν να σπουδάσουν πάρα πολλοί νέοι του χωριού στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα Σήμερα όμως η αίγλη του παλιού χωριού τείνει να εξαφανιστεί, αφού πολλοί από τους κατοίκους του το εγκαταλείπουν. Έτσι, αν και συγκριτικά με τα γύρω χωριά είναι μεγαλύτερο το Σιτοχώρι, έχει τώρα 846 κατοίκους. Στη μετανάστευση αυτή έπαιξε ρόλο και τη πτώση της τιμής του καπνού, αφού αυτός παραμένει η κύρια καλλιέργεια των κατοίκων, μια και το μεγαλύτερο μέρος του αγροκτήματος της κοινότητας δεν αρδεύεται. Ας ελπίσουμε πάντως ότι το κύμα της αστυφιλίας που πλήττει την ελληνική ύπαιθρο δεν θα την ερημώσει παντελώς από τους κατοίκους της.

ΖΕΡΒΟΧΩΡΙ Η ύπαρξη αρχαίου οικισμού μαρτυρείτε στο ύψωμα Παλιοχώρι που βρίσκεται νοτίως του χωριού. Στο σημείο αυτό βρίσκονται τα λείψανα αρχαίας σημαντικής πόλης. Εκφράζονται μάλιστα υπόνοιες ότι πρόκειται για την αρχαία πόλη Βισαλτία, πρωτεύουσα της χώρας των Βισαλτών. Βρέθηκαν πολλά μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία με θαυμάσιες παραστάσεις, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες με τα Κορινθιακά αγγεία. Αυτό δηλώνει εμπορικές σχέσεις της πόλης αυτής με τη Κόρινθο. Φαίνεται ότι η αρχαία αυτή πόλη ήταν μία από τις πλέον σημαντικές Βισαλτικές πόλεις. Λείψανα αρχαίων πόλεων έχουν βρεθεί επίσης στα χωριά Χουμνικό, Αχινό. Βρέθηκε ένας ερυθρόμορφος κρατήρας ιωνικού τύπου με παράσταση Μαινάδων και ακόμη ένα χάλκινο νόμισμα της Ηράκλειας

ΧΟΥΜΝΙΚΟ Το χωριό αυτό αναφέρεται σε βυζαντινά έγγραφα και στο κώδικα της Μητροπόλεως Σερρών ως Χούμνικον, από το Χούμνος, που σημαίνει Χούμνου - κτίσμα. Δηλαδή κτήμα ή κτίσμα του Νικηφόρου Χούμνου, ο οποίος ήταν έμπιστος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Πρεσβυτέρου, πολιτικός και φιλόσοφος.

Ο Χούμνος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον αυτοκράτορα, μιας και ανήλθε σε ανώτερα αξιώματα, αφού διορίστηκε μάλιστα και σφαγιδοφύλακας και στρατοπεδάρχης μέγας, επίσης διετέλεσε και Νομάρχης Θεσσαλονίκης, έλαβε ως δώρο (13ος αιων.) παρά του αυτοκράτορα την περιοχή αυτή για τις μεγάλες υπηρεσίες του ή ίσως αγόρασε αυτή και στη συνέχεια ίδρυσε το χωριό. Πιθανώς δε το χωριό να είναι κτίσμα της κόρης του, Ειρήνης Χούμναινας Παλαιολογίνας, η οποία ίδρυσε αυτό μεταξύ των ετών 1235 - 1245 π.Χ.

Αποστολή με email Εκτυπώσιμη μορφή